Αυτή τη Κυριακή το πρωί, το ραντεβού ήταν στο Δημαρχείο της Κηφισιάς. Από εκεί ξεκινούσε η 5η Ανάβαση Πεντέλης, ένας αγώνας που γίνεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή περίπου.
Εγώ βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά, αφού μέχρι πέρυσι δεν διέθετα ποδήλατο κούρσα. Ωστόσο για φέτος, είναι η Τρίτη ανάβαση που πήρα μέρος. Προηγήθηκαν η ατομική χρονομέτρηση Υμηττού, η ανάβαση Ακρόπολη-Υμηττός και η ατομική χρονομέτρηση στο Κατσιμίδι.
Αφού διασχίσαμε το κέντρο της Κηφισιάς, το ελεύθερο δόθηκε στους πρόποδες της Πεντέλης. Από εκεί ξεκινούσε η ανηφορική διαδρομή των 12 χιλιομέτρων με τα 800 θετικά υψομετρικά.
Προσωπικός στόχος ήταν και είναι για όλους τους αγώνες μου, ο τερματισμός. Εκτός και αν υπάρχει προηγούμενη χρονομέτρηση και έχω κάτι με το οποίο να συγκρίνω. Δεύτερος στόχος, καθαρά για προσωπική αυτοεκτίμηση, είναι να μην είμαι ο τελευταίος αθλητής από αυτούς που θα τερματίσουν.
Ξεκίνησα λοιπόν, με ρυθμό τέτοιο, που θα μου επέτρεπε να τερματίσω στη κορυφή με τις χαρακτηριστικές κεραίες και τα 1000μ υψόμετρο.
Από την αρχή κατάλαβα ότι όλοι οι υπόλοιποι ήταν πολύ πιο γρήγοροι από εμένα. Δεν με άγχωσε το γεγονός ότι από τις αρχές κιόλας κατάλαβα ότι ήμουν ο τελευταίος αθλητής. Δεν αγχώθηκα, ακόμη και όταν ένιωσα τη ζεστή μηχανή του ασθενοφόρου που μας ακολουθούσε, πολύ κοντά στη πλάτη μου. Το μόνο που με άγχωσε λίγο ήταν τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν αναγκαστικά πίσω από το ασθενοφόρο και διαμαρτύρονταν με τον γνωστό τρόπο που μας χαρακτηρίζει. Την κόρνα.
Δεν αγχώθηκα άδικα. Κάποιο πολύ ‘βιαστικοί’, παρέκαμψαν το τείχος ασφάλειας που μού παρείχε το ασθενοφόρο και με προσπέρασαν με ταχύτητα φανερά εκνευρισμένοι. Ένιωσα καλύτερα όταν είδα στην άκρη του δρόμου έναν από τους ‘καλούς’ αθλητές (στη γλώσσα μας, ‘τούμπανο’), να έχει εγκαταλείψει. Αυτόματα ικανοποιήθηκα με το γεγονός ότι είχα ένα άλλοθι στη περίπτωση που και εγώ απεφάσιζα να εγκαταλείψω.
Συνήθως οι αθλητές πιο πίσω, βλέπουν τους προπορευόμενους να χάνονται στην επόμενη φουρκέτα. Εμένα μου φάνηκε πώς χάνονταν στο επόμενο βουνό !!!. Με χώριζε μεγάλη απόσταση τελικά. Όμως… μπροστά διακρίνω αθλητή σε απόσταση βολής. Μακριά πίσω στο μυαλό μου άρχισε να ωριμάζει η ιδέα ότι αν διατηρήσω το σταθερό ρυθμό μου, ίσως και να τον περάσω. Τα επόμενα χιλιόμετρα ήταν το δυσκολότερο κομμάτι της διαδρομής, αλλά ό στόχος παρέμενε.
Στροφή με στροφή πλησίαζα πιο κοντά και αυτό που απλά ήλπιζα, μετατράπηκε σε στόχο.
Από εκεί και πέρα, σταμάτησα να κοιτάζω ψηλά. Το βλέμμα μου έπεφτε το πολύ δύο μέτρα μακριά από το μπροστινό μου τροχό. Η αναπνοή βαριά και το πάτημα επίσης.
Νομίζω ότι δύο χιλιόμετρα πριν το τερματισμό, πέρασα την νεαρή αθλήτρια και την ίδια στιγμή περίπου και έναν άλλον νεώτερο αθλητή που όπως λέμε ‘κάρφωσε’ και δεν είχε άλλες δυνάμεις. Συνέχισα με τον ίδιο σταθερό ρυθμό μέχρι τη κορυφή και τη λύτρωση μπροστά στο θέαμα των κεραιών.
Εγώ βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά, αφού μέχρι πέρυσι δεν διέθετα ποδήλατο κούρσα. Ωστόσο για φέτος, είναι η Τρίτη ανάβαση που πήρα μέρος. Προηγήθηκαν η ατομική χρονομέτρηση Υμηττού, η ανάβαση Ακρόπολη-Υμηττός και η ατομική χρονομέτρηση στο Κατσιμίδι.
Αφού διασχίσαμε το κέντρο της Κηφισιάς, το ελεύθερο δόθηκε στους πρόποδες της Πεντέλης. Από εκεί ξεκινούσε η ανηφορική διαδρομή των 12 χιλιομέτρων με τα 800 θετικά υψομετρικά.
Προσωπικός στόχος ήταν και είναι για όλους τους αγώνες μου, ο τερματισμός. Εκτός και αν υπάρχει προηγούμενη χρονομέτρηση και έχω κάτι με το οποίο να συγκρίνω. Δεύτερος στόχος, καθαρά για προσωπική αυτοεκτίμηση, είναι να μην είμαι ο τελευταίος αθλητής από αυτούς που θα τερματίσουν.
Ξεκίνησα λοιπόν, με ρυθμό τέτοιο, που θα μου επέτρεπε να τερματίσω στη κορυφή με τις χαρακτηριστικές κεραίες και τα 1000μ υψόμετρο.
Από την αρχή κατάλαβα ότι όλοι οι υπόλοιποι ήταν πολύ πιο γρήγοροι από εμένα. Δεν με άγχωσε το γεγονός ότι από τις αρχές κιόλας κατάλαβα ότι ήμουν ο τελευταίος αθλητής. Δεν αγχώθηκα, ακόμη και όταν ένιωσα τη ζεστή μηχανή του ασθενοφόρου που μας ακολουθούσε, πολύ κοντά στη πλάτη μου. Το μόνο που με άγχωσε λίγο ήταν τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν αναγκαστικά πίσω από το ασθενοφόρο και διαμαρτύρονταν με τον γνωστό τρόπο που μας χαρακτηρίζει. Την κόρνα.
Δεν αγχώθηκα άδικα. Κάποιο πολύ ‘βιαστικοί’, παρέκαμψαν το τείχος ασφάλειας που μού παρείχε το ασθενοφόρο και με προσπέρασαν με ταχύτητα φανερά εκνευρισμένοι. Ένιωσα καλύτερα όταν είδα στην άκρη του δρόμου έναν από τους ‘καλούς’ αθλητές (στη γλώσσα μας, ‘τούμπανο’), να έχει εγκαταλείψει. Αυτόματα ικανοποιήθηκα με το γεγονός ότι είχα ένα άλλοθι στη περίπτωση που και εγώ απεφάσιζα να εγκαταλείψω.
Συνήθως οι αθλητές πιο πίσω, βλέπουν τους προπορευόμενους να χάνονται στην επόμενη φουρκέτα. Εμένα μου φάνηκε πώς χάνονταν στο επόμενο βουνό !!!. Με χώριζε μεγάλη απόσταση τελικά. Όμως… μπροστά διακρίνω αθλητή σε απόσταση βολής. Μακριά πίσω στο μυαλό μου άρχισε να ωριμάζει η ιδέα ότι αν διατηρήσω το σταθερό ρυθμό μου, ίσως και να τον περάσω. Τα επόμενα χιλιόμετρα ήταν το δυσκολότερο κομμάτι της διαδρομής, αλλά ό στόχος παρέμενε.
Στροφή με στροφή πλησίαζα πιο κοντά και αυτό που απλά ήλπιζα, μετατράπηκε σε στόχο.
Από εκεί και πέρα, σταμάτησα να κοιτάζω ψηλά. Το βλέμμα μου έπεφτε το πολύ δύο μέτρα μακριά από το μπροστινό μου τροχό. Η αναπνοή βαριά και το πάτημα επίσης.
Νομίζω ότι δύο χιλιόμετρα πριν το τερματισμό, πέρασα την νεαρή αθλήτρια και την ίδια στιγμή περίπου και έναν άλλον νεώτερο αθλητή που όπως λέμε ‘κάρφωσε’ και δεν είχε άλλες δυνάμεις. Συνέχισα με τον ίδιο σταθερό ρυθμό μέχρι τη κορυφή και τη λύτρωση μπροστά στο θέαμα των κεραιών.
